Πέμπτη 21 Νοεμβρίου 2013

Το τέλος



έλα να μπούμε σε μια μπαλάντα
αιώνια να ζήσουμε μαζί
στιχάκι να γίνουμε για πάντα
μια αγάπη πάντα ζωντανή

κ' όταν θα μας παίζει μια μπάντα
εμείς θα ζωντανεύουμε μαζί
και όλων των ανθρώπων οι αγάπες
θα χορεύουν πάνω στην σκηνή

Το πρόσωπο



μάτωσαν τ' άστρα και ο ουρανός - αγάπη μου
ο δρόμος χάθηκε και έμεινα - μονάχος μου
ο ήλιος κοίταξε τα μάτια μου - και έσβησε
μια θάλασσα πήρε τον πόνο μου - κ' έπνιξε

Στιγμή - σιωπή - γυαλί



τι να θέλει μια αγάπη
για να γεννηθεί
τι να θέλει ο έρωτας
για να 'ρθει σε μια στιγμή

Σκισμένο απόκομμα






βαρέθηκα να περιμένω
νεράιδες και ξωτικά
στους ίδιους δρόμους να διαβαίνω
με δανικά ιδανικά

κουράστηκα να ζητιανεύω
λίγη συντροφιά
το μέλλον μου να παζαρεύω
για έναν έρωτα

Σ' αγαπώ μην πεις



όταν ξαφνικά θα με συναντήσεις
δεν θέλω για μένα να ρωτήσεις
για αγάπες δεν θέλω να μιλήσεις
 ούτε για όρκους που θα ξαναπατήσεις
για όνειρα μην μου πεις τα 'χω
δει να σβήσουν πριν έρθουν

Ξεχασμένη αγάπη



ποια άνοιξη σ' άφησε ν' ανθήσεις
στης καρδιάς μου τον κρύο χειμώνα
ποια πανσέληνος σ' άφησε ν' αγγίξεις
της ψυχής μου την άγρια θάλασσα

Μόνο η καρδιά






είναι κάποιες φορές που τα λόγια δεν φτάνουν
που όσα και να λες νόημα δεν βγάζουν
είναι κάποιες φορές που δεν ξέρεις τι κάνεις
που όσο και να θες πουθενά δεν φτάνεις

Η μπαλάντα της ψυχής



απόψε πως να χωρέσω
σε μια σελίδα αδειανή
όλα τα όνειρα μου
και όσα η ψυχή θέλει να πει

Καλησπέρα



ήρθα μέχρι εδώ ένα παράπονο
απόψε να σας πω

χωρίς Θεό χωρίς πατρίδα και κοινό
θα τραγουδώ

δεν είμαι ποιητής ούτε τραγουδιστής
είμαι ψυχή

Θεά


δεν έχω ένα σπίτι να ησυχάσω
χωρίς μια θλίψη ν΄ αγκαλιάσω
δεν έχω ένα μέλλον να ζυγώσω
χωρίς την καρδιά μου να πληγώσω

Θα 'ρθεις



το νιώθω πως κοιτάζεις
τον ίδιο ουρανό
τον ίδιο δαίμονα σκοτώνεις
στης σιωπής σου τον ρυθμό

Η αρχή πονάει



κάθε φορά που ξημερώνει
ένα δάκρυ θα χυθεί
να θρηνήσει τη νύχτα
και όσα φύγανε μαζί
ο ήλιος μόλις φέξει
και η σιωπή χαθεί
στου άγνωστου τη θέα
τρέμει η ψυχή

Για τον έρωτα



σαν το κύμα που θεριεύει
σαν τον αέρα που φυσά
σαν τον ήλιο που ανατέλλει
μια μέρα από το τέλος της γεννά

Για την αγάπη


Κάπου στο χρόνο μια φορά ζούσε η αγάπη σαν θέα
Μάτια είχε μόνο να γελά φωνή μόνο να τραγουδά
Τίποτα δεν ήθελε να ζητά καρδιά είχε μόνο ν' αγαπά

Κάπου στο χρόνο μια φορά ήταν όλα τόσο μαγικά
Ο ήλιος ξυπνούσε με το φεγγάρι η νύχτα ήταν λαμπερή

Για τη Λένα



σε είδα μονάχη να γυρνάς
την καρδιά σου τις νύχτες να σκορπάς
φορούσες τα χρώματα της λύπης
κοίταζες εκείνο που σου λείπει
κρατούσες ένα παράπονο στο χέρι
και ένα τραγούδι που κανένας δεν ξέρει

Για μένα



πάντα έτρεχα μονάχος στη ζωή μου
μήπως μπορέσω και χαθώ
τα μάτια δεν μπορούσα να τα κλείσω
φοβόμουνα μην τύχη και ονειρευτώ

κ' όταν ήρθες απροσκάλεστη μεσ' τη ζωή μου
δεν μπορούσα ν' αγαπήσω ν' αγαπηθώ
μοναδικός θαμώνας στη ζωή μου
που 'μοιάζε με καφενείο αδειανό

Άσπρο ταξίδι



στα μονοπάτια του μυαλού έχεις ξεχάσει τα όνειρά σου
με της ψυχής σου το λαβύρινθο να ζήσεις είναι αδύνατο
και που 'ναι τώρα οι Θεοί που σου 'χαν τάξει μια ζωή
μα δεν σου είπανε κ' αυτοί πως δεν είναι μόνο ευχή
πως μια κατάρα θα 'ναι εκεί να στέκει μαζί με την ευχή

Αντίο σ' αγαπώ






πόσο με πληγώνει
που θα υποκλιθώ
σ' ένα μονάχα αντίο
που μοιάζει τόσο απλό

δεν είναι που το δάκρυ
έχει αρχίσει να κυλά
ούτε και τα βράδια
που 'χουν μείνει ορφανά

Ανάμνηση



γιατί αργείς να φανείς
σε ποιο όνειρο άραγε ταξιδεύεις
γιατί αργείς να φανείς
ποιος δρόμος μακρυά μου σε παίρνει

Άλλη μια φορά



σαν έρθει η νύχτα να με βρει
μονάχο θα με συναντήσει
μέσα σ' ένα όνειρο να ζω
με τη σιωπή της μουσικής

να ψάχνω ν' βρω ένα δάκρυ
για να κλάψω μια αγάπη
να ψάχνω ν' βρω το κουράγιο
καρδιά μου να 'ρθω να σε πάρω

Το ψέμα







σε ποια ιδέα να πιστέψω
χωρίς την κόλαση των θεών
ποια αγάπη να αγαπήσω
χωρίς του τέλους την οργή

Παρασκευή 18 Οκτωβρίου 2013

Ο αετός και το περιστεράκι




γράφει ο Άκης κουστουλίδης


(η ιστορία είναι βασισμένη σε αληθινά γεγονότα, από τον φανταστικό μου κόσμο)


Κάποτε στον κόσμο του ουρανού πετούσε ένας μοναχικός αετός ψάχνοντας να ταΐσει την πείνα του μαζί με την μοναξιά του.
Δεν μπόρεσε ποτέ του να βρει ένα ταίρι εκεί ψηλά, δεν μπορούσε με τίποτα να πετάξει την μοναξιά του με κανέναν τρόπο και βασανιζόταν κάθε βράδυ που γυρνούσε στην άγρια φωλιά του από σκέψεις αυτολύπης κι΄από ένα αίσθημα αδυναμίας.
Αναρωτιόταν διαρκώς πως είναι δυνατόν ενώ είχε την καλύτερη όραση να μην μπορεί να βρει το ταίρι του.

Το παιδί από το υπόγειο!!!!





Ένα απόγευμα, πριν από λίγες μέρες, κάνοντας ένα περίπατο στους αγρούς ανακάλυψα ένα υπόγειο.
Το κτίσμα είχε εξαφανιστεί, τα δέντρα είχαν κρύψει τα απομεινάρια των τοίχων και το μόνο που φαινότανε ήταν μια μικρή, σχεδόν εξαφανισμένη είσοδος, όπου τα σκαλοπάτια στεκόταν καινούργια, λες και ποτέ κανένας δεν τα κατέβηκε.
Η περιέργειά μου δεν μ’ άφησε να το προσπεράσω και έκανα το πρώτο βήμα για να κατέβω τα σκαλιά.