Σάββατο, 30 Μαρτίου 2013

Το ταξίδι της ψυχής ενός ναρκωμανή. κεφ. 12



γράφει ο Άκης κουστουλίδης


Τελικός προορισμός


Η ψυχή μου βρέθηκε μέσα σ' ένα ξημέρωμα τελείως πρωτόγνωρο. Σ' ένα ξημέρωμα που δεν θύμιζε τίποτα από όλα τα ξημερώματα που είχε ξυπνήσει μέχρι τώρα. Ο αέρας είχε μια μυρωδιά αισιοδοξίας, μια μυρωδιά αγάπης. Η κόλαση είχε χαθεί από τη θέα των ματιών της και η ύπαρξή της ήταν ολόγυμνη μπροστά από ένα πλοίο. Η σάπια βάρκα είχε αλλάξει όψη και μέγεθος.
Ο ορίζοντας είχε πλέον γαλανό χρώμα και ο αυγουστιάτικος ήλιος ζέσταινε όλη την γύμνια της. Τα νερά του ποταμού ήταν καθαρά και ήρεμα. Δυσκολευότανε να πιστέψει πως επέζησε.  Δυσκολευότανε να πιστέψει πως το θαύμα συνέβαινε και πως το ταξίδι της θα συνεχιζότανε. Κοίταξε για μια στιγμή μέσα της και είδε την σπίθα ζωντανή και έτοιμη να της δώσει όλη  την λάμψη της, όλη την δύναμη που θα χρειαζότανε για τον τελικό μεγάλο προορισμό. Είδε μέσα της την φυλακή να κρατάει όμηρους όλη την τρέλα του πιλοτήρίου της, τον μαύρο μανδύα της μοναξιάς της, την χρυσή καταραμένη σκόνη που λίγο έλλειψε να την σκοτώσει, την κατάθλιψη να κάθεται σε μια γωνιά τής φυλακής και όλα όσα την βασανίσανε να στέκουν αιχμάλωτα αλλά και ολοζώντανα να περιμένουν την ελευθερία τους.
Είδε το πιλοτήριό της να μην έχει καμία δύναμη μπροστά στο θαύμα που εξελισσότανε. Δεν του έδινε καμία σημασία πλέον η καρδιά και το αίμα κυλούσε ζεστό μέσα στο κορμί. Επιτέλους το σώμα της ψυχής μου άρχισε να αισθάνεται ελεύθερο από όλο το βάρος της ψευδαίσθησης. Άρχισε να αισθάνεται γερό, δυνατό και μπορούσε να κινηθεί με άνεση σαν τότε που ήταν μικρό παιδί.
Μόνο η καρδιά αισθανότανε την ανάγκη να κλείσουν οι πληγές της.
Είχε χιλιάδες πληγές και ήταν σε άθλια κατάσταση από την μέχρι τώρα αιχμαλωσία της. Αν και αισθανότανε τις πληγές βαθιές ταυτόχρονα ένιωθε ελεύθερη να χτυπήσει για τον μεγάλο προορισμό. Ήταν έτοιμη να αγαπήσει και να αγκαλιάσει όλα όσα θέλανε να αγαπηθούν.
Μόλις μπήκε μέσα στο πλοίο η ψυχή τον πρώτο που συνάντησε ήταν ο καπετάνιος του πλοίου. Της φαινότανε γνωστή η μορφή του. Δεν άργησε να καταλάβει πως η ζωή της ήταν πλέον ο καπετάνιος και ήταν αυτή που θα οδηγούσε το πλοίο μέσα από τα πιο ασφαλή νερά του ποταμού.
Η λαχτάρα για ταξίδι ξύπνησε και ήταν σαν και τότε που η ψυχή ήταν νεογέννητη, τότε που η καρδιά της ήταν αγνή και ήθελε μόνο να χτυπά.
Η άγκυρα του πλοίου άρχισε να βγαίνει από τον βυθό του ποταμού ταυτόχρονα με τον χτύπο της καρδιάς. Η καρδιά χτυπούσε πλέον διαφορετικά, ο χτύπος ήταν πιο δυνατός, πιο καθαρός. Ήταν ο χτύπος που θα οδηγούσε την ψυχή στο νησί της αγάπης. Εκεί που την περίμενε το όνειρο εκεί που έλπιζε να βρει την μούσα της.
Ο καπετάνιος  σήκωσε τα πανιά του πλοίου και αέρας ήταν έτοιμος να αγκαλιάσει το ταξίδι. Η μυρωδιά που έφερνε ο αέρας ήταν το σημάδι που θα μας οδηγούσε στο νησί της αγάπης.
Αν και η καρδιά αιμορραγούσε και ζητούσε ίαση το ταξίδι ξεκίνησε.
Όλες οι αρετές της καρδιάς τραβούσανε κουπί και μαζί με τα φουσκωτά πανιά του πλοίου οδήγησαν την ύπαρξή μου σε ένα ιαματικό λιμανάκι όπου η καρδιά της ψυχής θα μπορούσε να γιατρέψει της πληγές της. Ήξερε πως δεν γίνεται να χαθούν τελείως, ήξερε πως θα μένανε σημάδια που θα τα κουβαλούσε πάνω της θυμίζοντάς της όλη την κόλαση που έζησε, θυμίζοντάς της το θαύμα που βίωσε.
Μπήκε μέσα στο λιμάνι της ίασης δείχνοντας την καρδιά της σε κάτι ψυχές που θα την βοηθούσανε να επουλώσει τις πληγές και θα της δίνανε το κουράγιο να πετάξει όλες τις πέτρες που κουβάλησε από την κόλαση. Το πιλοτήριο παραμιλούσε αλλά κανένας δεν του έδινε σημασία, το αίμα κυλούσε πλέον καθαρό μέσα στο κορμί και η ψυχή άρχισε να κάνει επιτέλους πραγματική υπομονή περιμένοντας την ίαση της καρδιάς. Πρώτα από όλα χρειαζότανε η καρδιά να κοιτάξει κατάματα όλες της τις πληγές και να ζητήσει ίαση και συγχώρεση. Είχε πάρα πολλές ενοχές που χρειαζότανε να ξεφορτωθεί. Αυτές οι ενοχές ήταν ο λόγος που την έκαναν να νιώθει πως πάντα κάποια δύναμη ακατανόητη την τιμωρεί. Αυτές οι ενοχές ήταν που φέρνανε την μία καταστροφή μετά την άλλη και οι πληγές γινότανε όλο και πιο πολλές όλο και πιο βαθιές. Αυτές οι ενοχές ήταν που κάνανε την καρδιά να αναζητά την τιμωρία σαν κάθαρση  να αναζητά τον πόνο για συγχώρεση. Πάντα ένιωθε ένοχη για την γέννησή της.
Ακόμη είχε να επουλώσει τις πληγές που άφησε η οργή. Η οργή για όλο τον υλικό κόσμο και όλες τις άυλες δυνάμεις που την οδηγήσανε στο σκοτεινό λιμάνι τής απομόνωσης και στο φρικτό νησί των σκοτωμένων από αγάπη. Την οργή για όλες τις ψυχές που αγάπησε και αυτές την αφήσανε εγκαταλελειμμένη μέσα στον μανδύα της μοναξιάς.
Είχε να επουλώσει τις πληγές από το μίσος που ένιωθε για το ίδιο της το πιλοτήριο που την οδήγησε στο λιμάνι της ψευδαίσθησης και δηλητηρίασε όλη της την ύπαρξη. Χρειαζότανε να απαλλαγεί από το μίσος που ένιωθε για την ίδια και τους χτύπους της.
Χρειαζότανε να πετάξει την ντροπή που την τύλιγε. Την ντροπή πως είναι μια αδύναμη καρδιά. Την ντροπή πως είναι μια πληγωμένη και καταραμένη καρδιά που δεν την αγαπούσε καμία άλλη ύπαρξη πάνω σ' αυτόν τον υλικό κόσμο.
Ακόμη είχε να παλέψει με τον εγωισμό ο οποίος είχε αφήσει της δικές του πληγές και ήταν βαθιές. Ήταν ο εγωισμός που δεν άφηνε την καρδιά να ρισκάρει σε έναν ακόμη χτύπο σε ένα ακόμη λιμάνι. Ήταν ο εγωισμός που δεν την άφηνε να δεχτεί καινούργιες ψυχές, που δεν την άφηνε να εμπιστευτεί τίποτα άλλο έκτος από το πιλοτήριό της.
Τέλος είχε να παλέψει με τον ακαθόριστο φόβο για τα πάντα. Για τον φόβο πως τελικά δεν θα τα καταφέρει να φτάσει στο νησί της αγάπης, πως κάτι κακό θα γίνει και θα γίνουν όλα ξανά μάταια, θα γίνουν όλα ξανά μια κόλαση.
Ένας μετρημένος χρόνος πέρασε στο λιμάνι της ίασης και οι ψυχές που βοηθούσανε την καρδιά να επουλώσει τις πληγές της, της είπανε πως είναι έτοιμη να ξαναχτυπήσει και να συνεχίσει το ταξίδι.
Οι πληγές πλέον ήταν σημάδια που θυμίζανε όλη την κόλαση. Ήταν κάτι σαν χάρτης για το υπόλοιπο ταξίδι. Είχε επάνω της όλα τα λιμάνια που δεν χρειαζότανε να ξανασταματήσει μέσα τους. Όλα αυτά τα σημάδια θα της δείχναμε τον δρόμο για το νησί της αγάπης, για τον τελικό προορισμό για το συναπάντημα με την μούσα της ύπαρξής μου.
Η άγκυρα μαζεύτηκε πάνω στο πλοίο και η καρδιά χτύπησε για τον μεγάλο προορισμό.
Τα νερά του ποταμού κυλούσανε προς το νησί της αγάπης και το πιο παράξενο ήταν ότι πλέον δεν μπορούσε να αλλάξει ρότα, δεν μπορούσε να σταματήσει. Δεν υπήρχε κανένας άλλος προορισμός, όλα οδηγούσαν προς το νησί όπου το όνειρο της ψυχής ήταν εκεί έτοιμο να αγκαλιάσει την ύπαρξή μου και να ζωντανέψει.
Άλλος ένας μετρημένος  χρόνος πέρασε και το πλοίο ταξίδευε ασταμάτητο, μέχρι που ο ορίζοντας φανέρωσε τα πρώτα σημάδια του νησιού. Έστελνε με τον αέρα την μυρωδιά της αγάπης. Ο ορίζοντας έστελνε με τα μάτια του την πρώτη εικόνα του νησιού. Ήταν μια λάμψη από τα βάθη του ουρανού.
Η αύρα της γαληνής σκέπαζε ολοένα και πιο πολύ το πλοίο της ψυχής μου. Η άγκυρα του πλοίου έπεσε μέσα στα βαθιά καθαρά νερά του ποταμού σαστίζοντας για λίγο η ψυχή μου. Έμεινε το πλοίο ακίνητο και όλα ήταν σαν να δουλεύανε ανάποδα. Το νησί κόντευε προς το πλοίο και όχι το πλοίο προς το νησί. Τα νερά του ποταμού ανοίξανε για να υποδεχτούν το νησί της αγάπης. Ήρθε ένας κόλπος του νησιού και φώλιασε γύρω-γύρω από το πλοίο. Μια γέφυρα απλώθηκε και ένωσε όλη μου την ύπαρξη με το νησί της αγάπης. Το όνειρο της ψυχής μου ξεπρόβαλε σαν οικοδεσπότης του νησιού να με προϋπαντήσει και να μ' αγκαλιάσει. Η ψυχή μου δεν ένιωθε μόνη, δεν ένιωθε τον φόβο που την κυριαρχούσε αλλά ούτε και έβλεπε την ύπαρξη κάποιας άλλης ψυχής.
Όλα μοιάζανε μαγικά. Όλα θυμίζανε κάποιο παραμύθι για παιδιά. Όλα θυμίζανε τραγούδι που τραγουδούσανε μόνο οι θεοί. Όλα μοιάζανε με ένα ποίημα που γράφτηκε από όλες τις ψυχές μαζί, λες και είχε ενωθεί ο άυλος κόσμος με τον υλικό κόσμο. Ο μετρημένος χρόνος δεν είχε πια κανένα νόημα, δεν είχε σημασία το μέτρημά του, δεν νοιαζότανε πλέον η ψυχή μου για το πόσο χρόνο θα κρατήσει αυτή η στιγμή.
Η περιέργεια ξεπήδησε από τα βάθη της ψυχής μου τραβώντας από το χέρι όλο μου το κορμί. Ήθελε όσο τίποτα άλλο να δει όλο το νησί της αγάπης και όλα του τα απόκρυφα μονοπάτια. Επιτέλους φτάσαμε, φώναξε η ζωή μου. Η ζωή μου φαινότανε σαν την πιο όμορφη γυναίκεια ύπαρξη. Δεν ήθελες να την αγγίξεις μην τυχόν και την λερώσεις. Ήθελες μονάχα να την κρατήσεις ζωντανή μέσα στα μάτια σου για να μην χάσεις ποτέ την ομορφιά της.
Η ζωή έφερε μπροστά στα μάτια μου το κέντρο του νησιού όπου ο θρόνος της ευτυχίας έλαμπε σαν τον πιο λαμπερό ήλιο όλου του υλικού και άυλου κόσμου. Όλα ήταν εκεί. Όλα τα τραγούδια και τα ποιήματα που γραφτήκανε για την αγάπη. Όλα τα χρώματα και οι μυρωδιές που προδίδανε την αγάπη. Όλες οι αρετές και οι θυσίες χορεύανε κάτω από τον ρυθμό της αγάπης. Εκεί στεκότανε και ο έρωτας με το τόξο του τεντωμένο και έτοιμο για την επόμενη βολή. Αυτή η επόμενη βολή προοριζόταν για την καρδιά μου, προοριζότανε για την μούσα μου.
Μόλις ένιωσε η καρδιά μου να την τρυπάει το βέλος φοβήθηκε για μια μικρή στιγμούλα μέχρι να αισθανθεί ότι αυτό το τρύπημα του βέλους δεν της έκανε άλλη μία πληγή, δεν της έφερε λίγο πόνο ακόμη μα της φανέρωσε την μούσα της.
Ναι φανέρωσε την μούσα της. Ναι ήταν μπροστά στα μάτια της ολοζώντανη να περιμένει και αυτή την ένωση των δυο ψυχών. Ήταν εκεί μια όμορφη μικροκαμωμένη μαυρομαλλούσσα κόρη με το ίδιο βέλος καρφωμένο στην καρδιά της. Είχε αφήσει και αυτή μια κόλαση πίσω της μέχρι να φτάσει εδώ στο ίδιο νησί της αγάπης. Είχε και αυτή μια σπίθα που κράτησε ζεστή την ψυχή της σε όλα τα δικά της μαρτυρία της ζωής της. Επιτέλους δυο ζωές μαζί πιασμένες σαν έναν άλυτο κόμπο πάνω στο νησί της αγάπης. Επιτέλους δυο αγκαλιές μαζί αγκαλιασμένες σαν μια ανθοδέσμη από σπάνια πολύχρωμα λουλούδια. Επιτέλους τα χείλη μας ενωθήκανε κάτω από το πιο ζεστό φιλί του κόσμου. Επιτέλους τα μάτια μας ήταν χορτάτα από τις μορφές μας και από όλη την ομορφιά που ξεχείλιζε το νησί. Οι σκληρές μελωδίες ήταν εδώ για να μας ταξιδέψουν στα πιο όμορφα συναισθήματα που νιώθανε οι καρδιές μας. Και οι κιθάρες ήταν και αυτές εδώ αρπάζοντας με την κάθε ευκαιρία τα δάχτυλα μου παρασέρνοντας το στόμα μου σε τραγούδια αγάπης  αφιερωμένα στην μούσα μου. Και η μούσα μου δεχότανε όλες τις μελωδίες μου και μου έδινε λίγες ακόμη και μου έδινε λίγα λόγια ακόμη για να γεννηθεί άλλο ένα τραγούδι που θα μας ταξίδευε στα σπλάχνα του έρωτα.
Η μεγάλη έκπληξη της ψυχής μου ήταν όταν αντίκρισε το λιμανάκι της οικογένειας να είναι παρόν και αυτό στο νησί της αγάπης. Υπήρχε ακόμη ένα λιμανάκι οικογένειας. Ήταν το λιμανάκι που άραξε η αδερφή της ψυχής μου. Ανήκανε και τα δυο στο ίδιο νησί, ήταν και αυτά ένα κομματάκι από το όνειρο της ψυχής μου. Πάντα είχε μέρος για όλους που θέλανε να αγαπηθούν και η οικογένειά μου ήθελε να αγαπηθεί από τα τέκνα τους. Περάσανε και αυτοί την δική τους κόλαση. Περάσανε και αυτοί από το λιμανάκι της ίασης θέλοντας και αυτοί να φτάσουν στον τελικό προορισμό.
Το βράδυ μόλις τύλιξε με το σκοτάδι του το νησί της αγάπης  η ψυχή μου έμεινε μόνη μέσα στα πέρατα του ύπνου και έκανε μια γρήγορη αναδρομή σε όλο της το ταξίδι. Μέσα σε μία μόνο στιγμή ανακάλυψε πως όλο αυτό το ταξίδι ζούσε μέσα της. Πως όλα ήταν μέσα της όλα αυτά τα μετρημένα χρόνια. Όλη η αγάπη ζούσε μέσα της αλλά ήταν αόρατη. Όλο το μίσος ζούσε μέσα της απλά ήθελε να το βλέπει. Όλη η κόλαση ήταν μέσα της και αυτή ήταν που την ζωντάνευε. Ο παράδεισος ήταν μέσα της μα ήταν άηχος. Η φυλακή και η σπίθα ήταν μέσα της. Ήταν ο διάβολος και ο θεός της που πολεμούσανε μέσα της με έπαθλο την ίδια της την ύπαρξη. Όλα ήταν εξαρχής ριζωμένα στα βάθη της ψυχής μου. Ήταν σπόροι και η ψυχή μου ο κήπος. Αυτή ήτανε που έκανε από ένα σπόρο όλη την κόλαση. Αυτή ήτανε που έκανε το ίδιο νησί της αγάπης από ένα σπόρο που πλάγιαζε μέσα στον κήπο της. Αυτή ήτανε που οδηγούσε το ταξίδι κάνοντας την ζωή άλλοτε να μοιάζει με μια όμορφη καλλονή και άλλοτε να μοιάζει με τον πιο τρομακτικό εφιάλτη. Αυτή ήτανε που έφερε τον θάνατο μπροστά στα μάτια του κορμιού της μαθαίνοντας την ύπαρξή μου πως ν' αγαπήσει την ζωή.
Αυτή η ίδια η ψυχή  είναι που μου έδωσε μια μαύρη και μια κόκκινη πέννα στο χέρι μου, για να γράφω της αγάπης την ιστορία με την μαύρη πέννα και με την κόκκινη να ζωγραφίζω με λόγια την μορφή του πόνου.
Αυτή η ίδια η ψυχή είναι που μου δίνει το κουράγιο να κάνω μια υπόσχεση μπροστά στον θρόνο της ευτυχίας. Την υπόσχεση να γράψω όλα αυτά που θα ζήσω στο νησί της αγάπης. Την υπόσχεση να γράψω την αληθινή ιστορία της αγάπης που όλοι αποκρύπτουν.



Δεν υπάρχουν σχόλια: